Αρχική σελίδα

Προσωπικότητες

Μάξιμος Γραικός

Έχει ονομαστεί από πολλούς ως ο Λούθηρος της Ανατολής και ο Διαφωτιστής των Ρώσων. Ο Μιχαήλ Τριβώλης, γιατί έτσι ήταν το κοσμικό του όνομα, γεννήθηκε το 1470 στην Άρτα. Οι γονείς του από διακεκριμένες οικογένειες του Μυστρά βρέθηκαν στην Ήπειρο κατά την ταραγμένη περίοδο που ακολούθησε την Άλωση της Πόλης από τους τούρκους.

Στην ορθόδοξη Άρτα, την στολισμένη με τα έξοχα βυζαντινά μνημεία των Κομνηνών μεγάλωσε ο μικρός Μιχαήλ ο οποίος στάλθηκε στην Κέρκυρα στα 14 του χρόνια για να συμπληρώσει τη μόρφωση κοντά στον λόγιο θείο του Δημήτριο Τριβώλη και στον δάσκαλο Ιωάννη Μόσχο. Η αγάπη του για την μόρφωση τον κάνει να συνεχίσει τις σπουδές του στην Ιταλία και για 15 χρόνια μελετά Θεολογία, Φιλολογία, Φιλοσοφία, Ιστορία, Αρχαία Ελληνικά, Λατινικά, Γαλλικά και Ιταλικά με τους διαπρεπέστερους δασκάλους της εποχής από την Φλωρεντία μέχρι την Βενετία, στην οποία συνδέεται με τον Άλδο Μανούτιο, τον εκδότη των Αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων. Οι θεολογικές του αναζητήσεις των οδηγούν με το τέλος των σπουδών του στο Άγιο Όρος όπου γίνεται μοναχός με το όνομα Μάξιμος στην μονή Βατοπαιδίου. Στην οποία συνεχίζει τις μελέτες του στην πλούσια βιβλιοθήκη της.

Στα 10 χρόνια που έμεινε στο Άγιο Όρος το όνομα του έχει γίνει ήδη γνωστό στους εκκλησιαστικούς κύκλους, για την μεγάλη του μόρφωση αλλά και για το ήθος του και την βαθιά ταπείνωση με την οποία υπηρετούσε τον κύριο, χωρίς να επιδιώξει κανένα αξώμα. Το μεγάλο κύρος που είχε αποκτήσει τον έκανε ιδανικό για την αποστολή στην Ρωσία που του ανέθεσε ο οικουμενικός Πατριάρχης, μετά από παράκληση του Ρώσου τσάρου Βασίλειου Ιβάνοβιτς. Έτσι ο Μάξιμος στέλνεται στην Ρωσία α προκειμένου να μεταφράσει στα Ρωσικά την Αγία Γραφή τα λειτουργικά βιβλία καθώς και τα πατερικά κείμενα, «ως έμπειρος στις θείες Γραφές και επιδέξιος στη ερμηνεία των οιωνδήποτε εκκλησιαστικών κειμένων».

Στη Μόσχα ο Μάξιμος αρχίζει να μεταφράζει και να διορθώνει παλαιά και νέα έργα στη Ρώσικη γλώσσα. Μόλις ολοκληρώνει το ψαλτήρι ζητάει να γυρίσει στο Άγιο Όρος, αλλά ο Ρώσος ηγεμόνας του αναθέτει συνέχεια και νέες μεταφράσεις. Μεταφράζει τις πράξεις των Αποστόλων, τους Αποστολικούς κανόνες, τους κανόνες των οικουμενικών και τοπικών συνόδων, τις ομιλίες του Ιωάννου του Χρυσοστόμου και πολλά άλλα. Με τα χρόνια να περνάνε και το όνομα του Μάξιμου να γίνεται όλο και πιο γνωστό, με αποτέλεσμα να δημιουργήσει έχθρες στην ηγεσία της Ρώσικης εκκλησίας με στημένο κατηγορητήριο για δημιουργία αίρεσης, μαγεία, κατάκριση και συνομωσία. Τον οδηγούν δεμένο στη μονή Βολοκολάμσκ σε απομόνωση και απαγορεύοντάς του ακόμη και τη Θεία Κοινωνία όπως και την πρόσβαση στα βιβλία του. Τον υποβάλουν για μεγάλο διάστημα σε σκληρά βασανιστήρια. Το 1531 η δίκη του επαναλαμβάνεται με νέες κατηγορίες και η καταδίκη είναι ισόβια δεσμά. Εγκλείεται στη μονή Οτρότς της πόλεως Τβέρης όπου όμως οι συνθήκες κράτησης καλυτέρευσαν εξ αιτίας του επισκόπου Τβέρης Ακακίου ο οποίος του επιτρέπει πλέον την πρόσβαση στα βιβλία και του δίδει άδεια να γράφει. Ο Άγιος Μάξιμος έμεινε φυλακισμένος για 23 χρόνια. Το 1539 ο Ιωάσαφ διαδέχεται τον Δανιήλ και επιτρέπει στον Άγιο Μάξιμο τη Θεία Μετάληψη και την παρακολούθηση της Θείας Λειτουργίας. Παρά τις επιστολές των πατριαρχών Κωνσταντινουπόλεως και Αλεξανδρείας δεν είναι δυνατή η απελευθέρωση και επιστροφή του.

Τελικά ο Μάξιμος απελευθερώνεται το 1548 και ζει στη μονή Αγίας Τριάδος έξω από τη Μόσχα. Αποκαμωμένος από το βάρος των δεσμών και τις πολύχρονες ταλαιπωρίες στη φυλακή αναπαύεται στις 21 Ιανουαρίου του 1556 σε ηλικία 86 ετών, αφήνοντας πίσω του ένα τεράστιο συγγραφικό έργο, κυρίως στα Ρώσικα.Ο Μάξιμος ήταν ο πρώτος που μαρτύρησε στη Ρωσία για την ορθόδοξη πίστη. Από τα μέσα του 16ου αιώνα αρχίζουν να γράφονται βίοι του Μάξιμου ενώ τον 17ο αιώνα το όνομα του γράφεται στα αγιολόγια των ετήσιων Ρωσικών ημερολογίων και αρχίζουν να αγιογραφούνται εικόνες του. Στον τάφο του αναγείρεται παρεκκλήσι από τον Μητροπολίτη Μόσχας Πλάτωνα.

Το 1997 έγινε η ανακομιδή των λειψάνων του αγίου Μαξίμου. Προς τιμή του αγίου στη Άρτα την γενέτειρα πόλη του, έχει αρχίσει η προετοιμασία, για την ανέγερση λαμπρού ναού στην περιοχή Τρίγωνο, που θα αποτελέσει τον ενοριακό ναό της σημερινής ενορίας των Αγίων Αποστόλων. Η μνήμη του Όσιου Μάξιμου του Γραικού γιορτάζεται στις 21 Ιανουαρίου.


Νικόλαος Σκουφάς

Ο Νικόλαος Σκουφάς ένα από τα τρία ιδρυτικά μέλη της Φιλικής Εταιρείας που φτιάχτηκε με σκοπό την απελευθέρωση της σκλαβωμένης Ελλάδας. Γεννήθηκε ως Νικόλαος Κουμπάρος στο Κομπότι της Άρτας το 1779. Το επίθετο Σκουφάς του κόλλησε σαν παρατσούκλι όταν δούλευε ως μικροβιοτέχνης κατασκευαστής σκούφων. Η δύσκολη βιοπάλη και η σκλαβιά τον οδηγούν να μεταναστεύσει το 1813 στην Ρωσία. Εκεί προσπαθεί χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία να ασχοληθεί πάλι με του σκούφους και έτσι αναγκάζεται να δουλέψει ως υπάλληλος σε μεγάλους εμπορικούς οίκους ομοεθνών του.

Στην Οδησσό γνωρίζεται με τους υπόλοιπους της τριανδρίας, Ξάνθο και Τσακάλωφ. Έπειτα από πρόταση του, το 1814 ιδρύουν την μυστική Φιλική εταιρεία και αρχίζουν την μύηση μελών στο ιερό σχέδιο, στην αρχή στις πόλεις της Ρωσίας και έπειτα οπουδήποτε υπάρχει ελληνισμός. Ο Σκουφάς είναι αυτός που προσαρμόζει τις γνώσεις του Τσακάλωφ για τον συνομωτισμό και τη μασονική εμπειρία του Ξάνθου στα μέτρα μιας μυστικής επαναστατικής οργάνωσης του σκλαβωμένου ελληνισμού. Τα πρώτα χρόνια είναι δύσκολα και γεμάτα απογοητεύσεις για τους πρωτεργάτες της Φιλικής. Το 1818 ο Σκουφάς αποφασίζει να πάει στην Κωνσταντινούπολη μιας και η ιδέα του για την μεταφορά της έδρας της φιλικής εταιρείας στην Πελοπόννησο δεν εγκρίνεται από τα υπόλοιπα μέλη. Εκεί η κακή του υγεία και η απογόητευση για τους αργούς ρυθμούς ανάπτυξης της φιλικής εταιρείας τον οδηγούν σε καρδιακή προσβολή. Το 1819 πεθαίνει στην Κωνσταντινούπολη χωρίς να προλάβει να δει τις ιδέες του για επανάσταση να φλογίζουν τις καρδίες των ελλήνων και να οδηγούν στην απελευθέρωση της Ελλάδας. Θάφτηκε στο ναό των Ταξιαρχών.


Στρατηγός Μακρυγιάννης

Ο Μακρυγιάννης ήταν ένας από τους κορυφαίους αγωνιστές του ’21. Γεννήθηκε στα 1797 στο Αβορίτι της Δωρίδας από φτωχούς γονείς. Το πραγματικό του όνομα ήταν Τριανταφύλλου.

Κατά τη διάρκεια του αγώνα τον αποκαλούσαν «Μακρυγιάννη» για το ψηλό του ανάστημα, όνομα που το κράτησε και με αυτό παρέμεινε στην ιστορία. Τα παιδικά του χρόνια τα πέρασε με στερήσεις και κακουχίες, ανάμεσα στις περιπέτειες και στους κατατρεγμούς των δικών του από τους Τουρκαλβανούς. Το 1804 κατά το διωγμό των κλεφτών ο πατέρας του σκοτώθηκε και ο Μακρυγιάννης ,μόλις εφτά χρονών, άρχισε να δουλεύει για να συντηρήσει τον εαυτό του. Στα 1811πάει στην Άρτα όπου και προσλαμβάνεται στη δούλεψη του προύχοντα Αθανάσιου Λιδωρίκη. Το 1817 επιδόθηκε στο εμπόριο και χάρη στο ζήλο και την εργατικότητά του κατάφερε να αποκτήσει σημαντικά κέρδη και να καλυτερεύσει τη ζωή του.

Η εμπορική του δραστηριότητα στην Άρτα κράτησε ως το 1820.Τότε όμως τα σουλτανικά στρατεύματα τον συνέλαβαν και τον φυλάκισαν επειδή τάχα ήταν όργανο του Αλή Πασά. Ωστόσο, κατόρθωσε να δραπετεύσει, κατέφυγε στα βουνά και ακολούθησε τον αρματολό Γώγο Μπακόλα. Στο μεταξύ είχε ήδη (1820) μυηθεί στη Φιλική Εταιρεία και είχε αποφασίσει με καρδιά και νου να παλέψει για την ανάσταση της φυλής του. Στη συνέχεια στρατολόγησε το πρώτο του σώμα και έφθασε στην Αθήνα. Το 1822 διορίστηκε υποδιοικητής του Κάστρου (της Ακρόπολης) με διοικητή τον Ιωάννη Γκούρα και αρχηγό της Ανατολικής Ελλάδας τον Οδυσσέα Ανδρούτσο. Ένα χρόνο αργότερα διορίστηκε από τον Άρειο Πάγο Πολιτάρχης (αστυνόμος) των Αθηνών.

Ενώ διαρκούσε ο αγώνας των Ελλήνων κατά των Τούρκων άρχισε ο εσωτερικός κομματικός διχασμός που κατέληξε σε εμφύλιο πόλεμο με οδυνηρά επακόλουθα για την επαναστατημένη Ελλάδα. Ο Μακρυγιάννης πολέμησε και στους δύο εμφυλίους ως αντιπρόσωπος των διοικήσεων.

Στο ίδιο χρονικό διάστημα, συμμετέχει ενεργά σε μάχες που έκριναν την εξέλιξη της Επανάστασης του ’21. Εξαιρετικά σημαντική υπήρξε η συμβολή του στην ιστορική για τα αποτελέσματά της μάχη των Μύλων όπου ο Ιμπραήμ Πασάς υπέστη πανωλεθρία και αναγκάστηκε να υποχωρήσει (Ιούνιος 1825). Ένα χρόνο αργότερα, όταν ο Κιουταχής κατέλαβε την Αθήνα, ο Μακρυγιάννης οχυρώθηκε στον Σερπετζέ ( Ωδείο Ηρώδη του Αττικού)και αντέταξε σθεναρή αντίσταση. Κατά τη μάχη του Σερπετζέ μετά από φοβερό αγώνα κατόρθωσε να αποκρούσει τους επιτιθέμενους και να σώσει την Ακρόπολη Πολέμησε επίσης στην εκστρατεία της Αττικής, στις επιθέσεις της Καστέλλας και του Πειραιά που είχαν ως τελικό αποτέλεσμα την ήττα των Ελλήνων(Απρίλιος 1827)και την παράδοση της Ακρόπολης στους Τούρκους.

Βαθιά λυπημένος απ’ όλα αυτά τα γεγονότα ο Μακρυγιάννης, απογοητευμένος με την κυβέρνηση και τις διχόνοιες, βασανισμένος από τις πληγές που έφερε σ’ όλο του το σώμα (είχε τραυματιστεί βαριά και στη μάχη των Μύλων και στη μάχη του Σερπετζέ) απομακρύνθηκε από τη στρατιωτική και πολιτική ζωή. Με την κάθοδο του Καποδίστρια διορίζεται αρχηγός της Εκτελεστικής δυνάμης στο Μοριά, θέση που του αφαιρέθηκε, όταν παρασυρμένος από τον Ιωάννη Κωλέττη χρησιμοποίησε τη στρατιωτική δύναμη που διέθετε για να επιβάλει συνταγματικό πολίτευμα στον Καποδίστρια, πράγμα που δυσαρέστησε τον κυβερνήτη.

Κατά την περίοδο της αντιβασιλείας του Όθωνα ο Μακρυγιάννης κατηγορούσε την κυβέρνηση ως απολυταρχική και ζητούσε Σύνταγμα, μ’ όλο που τον περιέβαλλαν με ιδιαίτερη εκτίμηση και του απένειμαν το βαθμό του συνταγματάρχη. Το 1840 άρχισε να οργανώνει τον αγώνα υπέρ της επιβολής του Συντάγματος και πρωτοστάτησε στην επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου του 1843 για την παραχώρησή του από τη βαυαρική δυναστεία. Υπήρξε τόσο κατηγορηματικός στην προσπάθειά του για επιβολή των πραγματικών ελευθεριών ώστε κατηγορήθηκε για συνωμοσία κατά του βασιλιά , συνελήφθη (1851),δικάστηκε και καταδικάστηκε σε θάνατο. Η ποινή του μετριάστηκε σταδιακά, έμεινε στη φυλακή δυο χρόνια για να αποφυλακιστεί τελικά(1854) με τη μεσολάβηση του Δημητρίου Καλλέργη. Η υγεία του όμως από τις κακουχίες και τη βαναυσότητα της φυλακής κλονίστηκε. Έτσι ο Μακρυγιάννης απομονώθηκε στο σπίτι του κοντά στους στύλους του Ολυμπίου Διός (η συνοικία αυτή φέρει μέχρι σήμερα το όνομά του-"Μακρυγιάννη") όπου και πέθανε στις 27 Απριλίου1864...Πριν λίγες μέρες είχε προαχθεί από την τότε κυβέρνηση στο βαθμό του αντιστράτηγου!

Εκτός όμως από τις ηρωικές του πράξεις και το παράδειγμά του αυτός ο μεγάλος Έλληνας κληροδότησε στις νεότερες γενιές ένα αθάνατο μνημείο ύφους, ήθους, λόγου και περιεχομένου ,τα Απομνημονεύματά του. Άρχισε να τα γράφει στο Άργος (26 Φεβρουαρίου 1829) με σκοπό να διδάξει και να φρονηματίσει τους μεταγενέστερους και συνέχισε μέχρι το 1851 ώσπου η καταδίκη του και οι άλλες δραματικές περιπέτειες της ζωής του τον ανάγκασαν να σταματήσει. Σε όλη τη διάρκεια των δύσκολων καιρών φροντίζει με κάθε τρόπο να διαφυλάξει το χειρόγραφό του γιατί πιστεύει ότι και μ’ αυτό τον τρόπο κάνει το καθήκον του απέναντι στον τόπο και την ιστορία του. Η αποκατάσταση και δημοσίευση (1907) των Απομνημονευμάτων οφείλεται Γιάννη Βλαχογιάννη που με εξαιρετική φροντίδα επιμελήθηκε και εξέδωσε το έργο του στρατηγού Μακρυγιάννη.

Το έργο στην αρχή πέρασε σχεδόν απαρατήρητο. Εκτός από τον Παλαμά κανείς σχεδόν δεν αντιλήφθηκε τη σημασία του. Έπρεπε να περάσουν πολλά χρόνια για ν’ ασχοληθούν μαζί του λογοτέχνες και κριτικοί και να φέρουν τον Μακρυγιάννη και το έργο του στο προσκήνιο της πνευματικής μας ζωής. Τι οδηγεί το Γιώργο Σεφέρη να πιστεύει πως ένα έργο σαν του Μακρυγιάννη είναι η συνείδηση ενός ολόκληρου λαού ,πως αποτελεί μια πολύτιμη διαθήκη και να θεωρεί τον Μακρυγιάννη μαζί με τον Παπαδιαμάντη ως τους μεγαλύτερους πεζογράφους της Ελληνικής Λογοτεχνίας; Το ότι αποτυπώνοντας το βίο του πάνω στο χαρτί ξεδιπλώνει ένα μεγάλο κομμάτι της ζωής του ελληνισμού, ότι η ιστορία του είναι περισσότερο από μια ιστορία γεγονότων. Είναι μια ιστορία των συναισθημάτων του λαού του...πως αυτός ο αγράμματος και ταπεινός για την άμαθειά του μέσα από αυτό το απελέκητο γράψιμο αναδεικνύει μια σπάνια καλλιέργεια και ευαισθησία...πως πέρα από την καταγραφή σημαντικών ιστορικών γεγονότων ,την κριτική που ασκεί, τον αντίλογο στο ψεύδος και την υποκρισία, τη δίψα για δικαιοσύνη, μας προσφέρει ένα μεγάλο μάθημα εθνικής αυτογνωσίας .Κι όλα τούτα χαράζοντας στο χαρτί τη γλώσσα που μιλάει με τη ρουμελιώτικη προφορά, αποτυπώνοντας την ίδια του τη φωνή με σοφία, εκφραστική αμεσότητα και απλότητα και με τη μαστοριά του προικισμένου λαϊκού αφηγητή.

Άλλο γνωστό και συζητημένο έργο του Μακρυγιάννη είναι το «Οράματα και θάματα» που αρχίζει να γράφεται μερικούς μήνες ύστερα από τα Απομνημονεύματα «το άλλο στορικό», όπως ονομάζεται από τον Μακρυγιάννη, θεωρείται από τον η συνέχειά του, και χαρακτηρίζεται με τον ίδιο τίτλο «στορικό», όπως και το πρώτο.


Γεώργιος Καραϊσκάκης

Ο Καραϊσκάκης είναι η πιο καταπληκτική, ίσως και η πιο δραματική μορφή από τους αγωνιστές του '21 Περίφημος κλέφτης του Κατσαντώνη, αρματολός των Αγράφων, στρατάρχης της Ρούμελης, αρχιστράτηγος της Ελλάδας και προπαντός γνήσιος λαϊκός ηγέτης. Γιός της Ζωή Ντιμισκή , που κατάγονταν από το χωριό Σκουλικαριά της Άρτας, πέρασε δύσκολα παιδικά χρόνια και από μικρός κατατάχτηκε στα αρματολίτικα σώματα των Αγράφων, όπου ξεχώρισε για την παλικαριά και την εξυπνάδα του. Διετέλεσε πρωτοπαλίκαρο του Κατσαντώνη και ήταν ένας από τους τρεις που πυροβόλησαν και σκότωσαν το Βεληγκέκα. Αναμείχθηκε στους πολέμους του Αλή Πασά των Ιωαννίνων άλλοτε ως σύμμαχος και άλλοτε ως αντίπαλος. Αντιπροσώπευσε τα Άγραφα σε σύσκεψη μυημένων στα σχέδια της Φιλικής Εταιρείας για την έναρξη του απελευθερωτικού αγώνα που πραγματοποιήθηκε στη Λευκάδα το πρώτο δεκαήμερο του Ιανουαρίου 1821. Δεν πήρε μέρος στα πρώτα χρόνια της επανάστασης γιατί η Διοίκηση και κυρίως ο Μαυροκορδάτος τον υποψιάζονταν πως ήταν σε συνεννόηση με τους Τούρκους. Η διαμάχη εξάλλου ανάμεσα στους προύχοντες και τους οπλαρχηγούς οδήγησε και τα δυο μέρη πολλές φορές σε ακρότητες. Στη συνέχεια έλαβε μέρος σε πολλές μάχες, η δε γενναιότητά του καθώς και τα χωρατά του έμειναν στην ιστορία.

Μετά την πτώση του Μεσολογγίου (1826 μ.Χ.) έγινε Αρχιστράτηγος της Στερεάς κι άρχισε τις επιχειρήσεις εναντίον του Κιουταχή που τον νίκησε στην Αράχωβα, στο Δίστομο, στη Δόμβραινα και αλλού, εφαρμόζοντας με επιτυχία τον ανταρτοπόλεμο και καταστρέφοντας τις εφοδιοπομπές του εχθρού. Ιδιαίτερα η νίκη στην Αράχωβα το Νοέμβριο του 1826 είχε τεράστια απήχηση και πολύ μεγάλη σημασία για την επανάσταση που μέχρι εκείνη τη στιγμή έδειχνε ότι σχεδόν είχε σβήσει.

Στη συνέχεια όμως η Κυβέρνηση έκαμε το λάθος να αναθέσει την Αρχιστρατηγία του Αγώνα στον Άγγλο Τσόρτς, που δεν γνώριζε καλά τα πράγματα στην Ελλάδα. Επεδίωκε κατά μέτωπο επίθεση εναντίον του Κιουταχή που πολιορκούσε την Ακρόπολη στην Αθήνα, ενώ ο Καραϊσκάκης ζητούσε αποκλεισμό των Τούρκων από στεριά και θάλασσα για να αναγκαστούν να υποχωρήσουν. Οι ισχυρές επαναστατικές δυνάμεις που βρίσκονταν στην περιοχή με αρχηγό τον ΚαραΙσκάκη περίμεναν εντολές για να κινηθούν ανάλογα.

Στις 22 Απριλίου 1827 έγινε μια μικροσυμπλοκή μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων στην περιοχή του σημερινού Νέου Φαλήρου και ο Καραϊσκάκης που ήταν άρρωστος άσχημα, βγήκε από τη σκηνή του να την σταματήσει, γιατί ήταν απρογραμμάτιστη. Μια σφαίρα όμως που κανείς δεν έμαθε ποτέ από που προερχόταν, τον χτύπησε θανάσιμα και πέθανε την επόμενη 23 Απριλίου ημέρα της ονομαστικής του γιορτής. Ο θάνατος του "Αχιλλέα της Ρωμιοσύνης", όπως χαρακτήρισε τον Καραϊσκάκη ο μεγάλος μας ποιητής Κωστής Παλαμάς, είχε συγκλονιστική απήχηση και βύθισε στο πένθος όλους τους Έλληνες. Ιδιαίτερα το στράτευμα, δίχως τον αρχηγό του αλλά και χωρίς ηθικό, αναγκασμένο να υπακούει στον Άγγλο ναύαρχο Κόχραν μια μέρα αργότερα έπαθε πανωλεθρία στο Φάληρο και ολοκληρώθηκε έτσι η συμφορά μετά το χαμό του Καραϊσκάκη.